Όλοι θέλουν κάπου να ανήκουν.
Σε μια παρέα, σε ένα κόμμα, σε μια ομάδα.
Αυτό μας κάνει να νοιώθουμε ασφάλεια.
Έτσι μεγαλώνει η δύναμη μας και γινόμαστε αλαζόνες.
Και όταν οι άλλοι καταλάβουν ότι εμείς δεν θέλουμε
να ανήκουμε κάπου γιατί δεν έχουμε αυτή την ανάγκη,
τότε γίνονται εχθροί μας.
Έτσι αυτοί που κάποτε μας υποστήριζαν γιατί τους τονώναμε το ηθικό, τώρα θέλουν να μας εξοντώσουν, γιατί απειλούμε τη ψεύτικη ισορροπία τους.
Οι 162 σελίδες του μυθιστορήματος
”Κάπου ν’ανήκεις” του Φίλιππου Μανδηλαρά,
χθες βράδυ με έκαναν να ξενυχτήσω.
Ποδόσφαιρο, φιλίες, γήπεδα,
αποθέωση, καυγάδες, μουσική.
Η οπαδική φανέλα είναι τόσο δυνατή
που επισκιάζει τη ζωή. Αυτός δεν είναι έτσι.
Το ξέρει. Θα αλλάξει δρόμο.
Θα βρει διέξοδο στη μουσική.
Θα ανακαλύψει τις Τρύπες,
Οι άλλοι θα τον αφήσουν να πορευτεί
στο δρόμο που διάλεξε;
Δεν έχω σταματήσει να σκέφτομαι
ότι μισώ το τέλος αυτού του βιβλίου
και ταυτόχρονα πιστεύω ότι
δεν θα μπορούσε να έχει άλλο τέλος.
Η αφήγηση είναι γρήγορα, ζωντανή.
Οι ήρωες ”πραγματικοί”, εντελώς ρεαλιστική ιστορία.
Το εύρημα του συγγραφέα να παρεμβαίνουν τα σχόλια
της έφηβης φίλης του, αυξάνουν την αγωνία
και το προβληματισμό.
Περιέργως ένοιωθα ότι η έφηβη μοιραζόταν
τα ίδια συναισθήματα με τον αναγνώστη.
Τρύπες, γίνονται ένα με το κείμενο.
που ακούει Τρύπες,
τον δένουν περισσότερο με την ιστορία και τον ήρωα.
Μια πικρή γεύση που έχει μείνει..
Ο Φίλιππος Μανδηλαράς έγραψε ένα εξαιρετικό
κείμενο, που αξίζει να διαβαστεί από όλους αυτούς τους στενόμυαλους που θέλουν ”Κάπου ν’ανήκεις”
για να σε ελέγχουν καλύτερα!
Σε μια θρησκεία, σε μια πατρίδα/ σε μια οικογένεια, σε μια ελπίδα.
Σε μια οργάνωση, σε μία νίκη/ σε μια πόλη, σε μία φρίκη.
Σε μια σημαία, σε μια κερκίδα/ σε μια φανέλα, σε μια παγίδα.
Σε μια παγίδα
Σε μια παγίδα
Μήπως να μάθεις, φίλε μου, σ’εσένα να ανήκεις,
μήπως αυτά είναι, τελικά, τα χρώματα της νίκης;
Κάπου ν’ άνήκεις…
Έτσι σε μάθανε: κάπου ν’ ανήκεις.

