στη χώρα του παππού του, του Χρόνου, μια παρέα συννεφάκια έπαιζαν κυνηγητό στη γειτονιά.
ρώτησε ο Σεπτέμβρης τον πατέρα του το Φθινόπωρο.
και λίγη όρεξη για κουβέντες.
Ζωγράφιζε με τα μακριά του πινέλα.
Εβαζε κίτρινα φύλλα στα δέντρα,
χρυσαφένια σταφύλια στ’ αμπέλια
και αφρισμένα κύματα στις ακρογιαλιές.
«Μα μόλις γεννήθηκες, δεν μπορείς!»
Αφού είμαι μήνας, τρέχω από την πρώτη μου μέρα.»
μπήκε στη μέση ο παππούς ο Χρόνος.
«Καιρός του είναι.»
ολημερίς κυνηγητό με τους καινούριους του φίλους.
εμπρός από το σπίτι του βιαστικά,
ντυμένα με γκρίζες ποδιές και κρατώντας το καθένα μια σάκα γεμάτη νερό.
ρώτησε ο Σεπτέμβρης. «Δε θα παίξουμε σήμερα;»
ρώτησε ο Σεπτέμβρης τη μάνα του.
στη γη να ποτίσει τους αγρούς και τους κήπους,
να καταβρέξει τους δρόμους και να πλύνει τις πόλεις.
Είχε φούριες λοιπόν και λίγο κέφι για λόγια.
που ζωγράφιζε ακόμα.
«Μα δεν είσαι παρά δέκα ήμερών.
προχωρήσει πολύ περισσότερο.»
«΄Ενας μήνας δέκα ημερών δεν έχει προχωρήσει και λίγο.
Αν ήμουν εννιά, θα καθόμουν στο σπίτι να τεμπελιάζω.»
μπήκε στη μέση ο παππούς ο Χρόνος. «Καιρός είναι.»
‘Ετσι ο Σεπτέμβρης έτρεξε γρήγορα, πρόφτασε τα συννεφάκια και πήγε μαζί τους στο σχολείο της Συννεφιάς…
«Τα παιδιά του Φθινόπωρου» – Σειρά: Ιστορίες με τους 12 μήνες, Πατάκης 1988,
18η έκδοση 2009. Εικ.: με κολάζ της Λ.Π.-Α.)
